Φορολόγηση καπνού και νικοτίνης: Η διαφοροποίηση του κινδύνου ως προϋπόθεση μιας αποτελεσματικής ευρωπαϊκής πολιτικής

Το ψήφισμα της Επιτροπής SANT του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προωθεί την εξίσωση των προϊόντων καπνού και νικοτίνης χωρίς να συνάδει με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα

 

Η πρόσφατη ψηφοφορία της Επιτροπής Δημόσιας Υγείας (SANT) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Σχεδίου για την Καταπολέμηση του Καρκίνου (European Beating Cancer Plan – BECA) αποτέλεσε σημαντικό σημείο συζήτησης  σε πάνελ του διεθνούς συνεδρίου NoSmoke Summit 2026.

Στο πάνελ συμμετείχαν οι: Παναγιώτης Λιαργκόβας, Καθηγητής Οικονομικών, Πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Κωνσταντίνος Φαρσαλινός, Ιατρός-ερευνητής, Πανεπιστήμιο Πάτρας – Σχολή Δημόσιας Υγείας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, Greece Data & Media Lab, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, David Bird, Associate Director, Strategy Group, KPMG LLP, Marewa Glover, Director, Centre of Research Excellence: Indigenous Sovereignty & Smoking, New Zealand και Mark Tyndall, MD, ScD, FRCPC, Public Health Consultant, Canada.

Συγκεκριμένα, με γνώμονα την ενίσχυση των μέτρων πρόληψης και τη μείωση των παραγόντων κινδύνου, καθώς και των νοσημάτων που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το κάπνισμα, το σχέδιο της Ε.Ε.  προτείνει μέτρα για τα εναλλακτικά προϊόντα νικοτίνης. Αν όμως τα μέτρα αυτά υιοθετηθούν ως έχουν, χωρίς διαφοροποίηση, ενδέχεται να αποκλίνουν ουσιαστικά από τον ίδιο τον στόχο του σχεδίου. Ο προβληματισμός των ομιλητών εστίασε σε ορισμένες ρυθμιστικές και φορολογικές προσεγγίσεις που εφαρμόζονται οριζόντια.  Οι προσεγγίσεις αυτές δεν λαμβάνουν υπόψη την πολυετή επιστημονική τεκμηρίωση, σύμφωνα με την οποία τα εναλλακτικά προϊόντα νικοτίνης έχουν πολύ διαφορετικό προφίλ κινδύνου από τα συμβατικά τσιγάρα.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην εμπειρία της Σουηδίας, όπου ο πολύ χαμηλός επιπολασμός του καπνίσματος και τα σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά καρκίνου του πνεύμονα συνυπάρχουν με την ευρεία χρήση μη καύσιμων προϊόντων νικοτίνης. Παράλληλα, κατά τη συζήτηση αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά των προϊόντων, όπως η διαθεσιμότητα γεύσεων και η παροχή νικοτίνης, που ενδέχεται να επηρεάζουν την προθυμία των ενηλίκων καπνιστών να απομακρυνθούν από τα τσιγάρα.

Όπως τονίστηκε, η διεθνής πραγματικότητα και τα παραδείγματα διαφορετικών χωρών που παρουσιάστηκαν δείχνουν ότι οι οριζόντιες ρυθμιστικές και φορολογικές παρεμβάσεις οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που επιδιώκει το σχέδιο BECA.

Φορολογία και παράνομο εμπόριο: Όταν η υψηλότερη τιμή δεν σημαίνει λιγότερο κάπνισμα

Το γιατί μια φορολογική πολιτική χωρίς διαφοροποίηση μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα ανέλυσε ο καθηγητής Π. Λιαργκόβας, την ώρα που η Ε.Ε. επανεξετάζει το πλαίσιο φορολόγησης των προϊόντων καπνού και νικοτίνης. Όπως σημείωσε, η φορολογία είναι, και πρέπει να είναι, ισχυρό όπλο δημόσιας υγείας, αφού η αυξημένη τιμή των προϊόντων μειώνει την κατανάλωση. Για το θέμα υπάρχουν πολλές διεθνείς έρευνες, ορισμένες από τις οποίες αφορούν και την Ελλάδα, όπως μια έρευνα που αναφέρει ότι το 2011 η αύξηση της φορολογίας καπνικών οδήγησε σε μείωση 16% της κατά κεφαλήν κατανάλωσης.

Το ζήτημα, όπως επισήμανε, είναι αν, και σε ποιο βαθμό, η φορολογία ενθαρρύνει το παράνομο εμπόριο καπνικών προϊόντων. Σύμφωνα με τη μελέτη της KPMG για την Ευρώπη, το 2025 το παράνομο εμπόριο αυξήθηκε κατά 6%, ποσοστό που ισοδυναμεί με 55 δισ. πακέτα παράνομων τσιγάρων, και αντιστοιχούσε στο 11%  του συνολικού εμπορίου τσιγάρων.

Σε βάθος 20ετίας, οι έρευνες της KPMG δίνουν ακόμη πιο αποκαλυπτική εικόνα.  Η συνολική κατανάλωση καπνικών προϊόντων μειώθηκε κατά 44%, αλλά το παράνομο εμπόριο αυξήθηκε στο 8%-12% του συνόλου. Η Ευρώπη, με άλλα λόγια, πέτυχε να μικρύνει την αγορά προϊόντων καπνού και νικοτίνης, όμως μέσα σε αυτήν  το παράνομο εμπόριο αυξήθηκε και διαφοροποιήθηκε γεωγραφικά.

Όταν συνεπώς οι τιμές αυξάνονται, κάποιοι καταναλωτές μειώνουν την κατανάλωση, άλλοι στρέφονται σε άλλα καπνικά προϊόντα και αρκετοί αναζητούν φθηνότερα προϊόντα στις παράνομες αγορές. Το μέγεθος αυτής της υποκατάστασης εξαρτάται από την ελαστικότητα των τιμών, το διαθέσιμο εισόδημα, το μέγεθος της διαφοράς τιμής μεταξύ νόμιμου και παράνομου προϊόντος, τη γεωγραφική εγγύτητα, την ευκολία πρόσβασης στα παράνομα κανάλια και την ισχύ των μέτρων επιβολής.

Για την επιχειρούμενη επανεξέταση του πλαισίου φορολόγησης των προϊόντων καπνού και νικοτίνης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο κ. Λιαργκόβας ανέφερε ότι υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις σχετικά με το ύψος της φορολόγησης και για το εάν αυτή θα γίνει σταδιακά και με ποιον τρόπο. Υπάρχει επίσης μια πολύ σημαντική ένσταση που αφορά την ανάγκη διαφοροποίησης μεταξύ των προϊόντων καπνού και νικοτίνης όσον αφορά τη φορολόγησή τους, στη βάση της βλάβης που προκαλούν στην υγεία (μεγαλύτερη επιβάρυνση, υψηλότερη φορολόγηση και το αντίθετο).

Ανέφερε ακόμη ότι το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) εξετάζει στην παρούσα φάση τη σχέση μεταξύ φορολόγησης, καταναλωτικής συμπεριφοράς και κρατικών εσόδων, καθώς και την υποκατάσταση μεταξύ προϊόντων καπνού και νικοτίνης.

Όπως εξήγησε ο κ. Λιαργκόβας, από την σκοπιά των οικονομικών, αλλά και της μείωσης της βλάβης, το κομβικό ερώτημα δεν είναι εάν η αυξημένη φορολόγηση μειώνει την κατανάλωση ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Είναι η κατανόηση του πως θα αντιδράσουν οι καταναλωτές: θα μειώσουν την κατανάλωση, θα στραφούν σε άλλα προϊόντα, ενδεχομένως μειωμένης βλάβης για την υγεία τους ή θα αναζητήσουν λύσεις εκτός του νόμιμου εμπορίου;

Το κεντρικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι το ύψος των φορολογικών παρεμβάσεων, αλλά το πώς αυτές θα σχεδιαστούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μειώνουν τις επιβλαβείς για την υγεία καπνιστικές συμπεριφορές, χωρίς, ταυτόχρονα, να ενδυναμώνουν το παράνομο εμπόριο προϊόντων καπνού και νικοτίνης. Αυτό απαιτεί εξισορρόπηση, διαφοροποίηση μεταξύ προϊόντων και δυναμικές στρατηγικές κατά του παράνομου εμπορίου.

Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία: Το τίμημα της υπερφορολόγησης

Κατακόρυφη είναι η αύξηση (80%) που σημείωσε το 2025 το παράνομο εμπόριο προϊόντων καπνού και νικοτίνης στην Αυστραλία, όπως ανέφερε η Marewa Glover, Director, Centre of Research Excellence: Indigenous Sovereignty & Smoking, New Zealand. Το 50%-60% της συνολικής κατανάλωσης τσιγάρων και περίπου 96% των προϊόντων ατμίσματος προέρχονται από τις παράνομες αγορές. Οι απώλειες φορολογικών εσόδων το 2024 και 2025 κυμαίνονται μεταξύ 7,7 και 11,8 δισ. δολαρίων. Στην Αυστραλία το παράνομο εμπόριο άνθησε κυρίως την τελευταία δεκαετία, καθώς από το 2016 έως το 2026 η τιμή του νόμιμου πακέτου τριπλασιάστηκε. Η κυβέρνηση επιχειρεί να αυστηροποιήσει τη νομοθεσία για το παράνομο εμπόριο καπνικών προϊόντων, ωστόσο η αντιπολίτευση ζητά μείωση της φορολόγησης κατά 80%.

Στην Νέα Ζηλανδία, η αύξηση του παράνομου εμπορίου τσιγάρων ήταν 33,5% το 2025, έναντι 27% το 2024, και η απώλεια κρατικών εσόδων μόνο το 2025 έφτασε τα 817 εκατ. δολάρια. Το νόμιμο πακέτο κοστίζει 46-48 δολάρια Ν. Ζηλανδίας, οπότε οι καταναλωτές στρέφονται σε λαθραία τσιγάρα, που διακινούνται κυρίως μέσω Κίνας, στη μισή τιμή.

Το ζητούμενο: Πολιτικές με βάση τα επιστημονικά δεδομένα

Κοινή διαπίστωση των ομιλητών ήταν ότι, προκειμένου να μην χαθεί η εστίαση από τον βασικό στόχο του ευρωπαϊκού σχεδίου καταπολέμησης του καρκίνου, που είναι η πρόληψη των νοσημάτων που σχετίζονται με το κάπνισμα, είναι απαραίτητη η διατήρηση μιας τεκμηριωμένης, βασισμένης σε επιστημονικά δεδομένα προσέγγισης στις μελλοντικές πολιτικές ελέγχου του καπνού, η οποία θα λαμβάνει υπόψη και τον πιθανό ρόλο της διαφοροποίησης του κινδύνου μεταξύ των διαφορετικών προϊόντων καπνού και νικοτίνης.

Share

Be the first to comment on "Φορολόγηση καπνού και νικοτίνης: Η διαφοροποίηση του κινδύνου ως προϋπόθεση μιας αποτελεσματικής ευρωπαϊκής πολιτικής"

Leave a comment