Οι β-γλυκάνες (beta-glucans) & ο ρόλος τους στη διαχείριση του βάρους

b_glykanes

Β-Γλυκάνες

Οι β-γλυκάνες χαρακτηρίζονται ως φυτικές ή διαιτητικές ίνες διότι το πεπτικό σύστημα του ανθρώπινου οργανισμού δεν μπορεί να τις διασπάσει και να τις αφομοιώσει, εκτός από το παχύ έντερο όπου σε κάποια έκταση αποικοδομούνται από την εντερική χλωρίδα. Είναι πολυσακχαρίτες που βρίσκονται στα κυτταρικά τοιχώματα του ενδοσπερμίου και της στοιβάδας της αλευρώνης των δημητριακών σπόρων όπως είναι το κριθάρι, η βρώμη, η σίκαλη, το σιτάρι και το σοργό. Η σύσταση σε β-γλυκάνες διαφέρει από δημητριακό σε δημητριακό αλλά και μέσα στο ίδιο βοτανικό είδος. Η συγκέντρωση της β-γλυκάνης εξαρτάται από την ποικιλία και τις εδαφοκλιματικές καλλιέργειες. Οι μελέτες που έχουν διεξαχθεί και αφορούν την επίδραση των β-γλυκανών στον έλεγχο του βάρους αφορούν τα δημητριακά κριθάρι και βρώμη. Η περιεκτικότητα των δημητριακών αυτών σε β-γλυκάνες είναι υψηλότερη από όλα τα υπόλοιπα δημητριακά που τις περιέχουν και είναι 2,5-11% για το κριθάρι και 2,2-7,8% για την βρώμη.

Διατροφικοί Ισχυρισμοί της EFSA και του FDA για την Βρώμη και το Κριθάρι

Για την βρώμη και το κριθάρι έχουν εκφραστεί διατροφικοί ισχυρισμοί από την Ευρωπαϊκή Αρχή ασφάλειας τροφίμων (EFSA)(12) και τον Οργανισμό Ελέγχου Τροφίμων και Φαρμάκων FDA (Food and Drug Administration) των Η.Π.Α.(9). Οι διατροφικοί ισχυρισμοί και των δύο οργανισμών συμφωνούν πως με καθημερινή πρόσληψη 3γρ. β-γλυκανών, στο πλαίσιο μίας διατροφής χαμηλής σε κορεσμένα λίπη και χοληστερόλη, πιθανά μειώνεται ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, μέσω της ελάττωσης των τιμών της LDL («κακής») χοληστερόλης.

Β-Γλυκάνες και Διαχείριση Βάρους

Γλυκόζη-Ινσουλίνη: Η ανασκόπηση των ερευνών της τελευταίας 5ετίας παρουσιάζει ομοφωνία στην θετική επιρροή των β-γλυκανών στην καλή ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης και ινσουλίνης. Παρατηρείται μείωση της μεταγευματικής απόκρισης της ινσουλίνης(4) και μείωση της έκκρισης ινσουλίνης 2 ώρες μετά την κατανάλωση 2,16 έως 5,68 γρ. β-γλυκάνης(6).

Κορεσμός:Η κατανάλωση γεύματος με β-γλυκάνες επέφερε αύξηση κορεσμού(5) Μία υπόθεση είναι ότι αποτελεί συνέπεια της ρύθμισης γλυκόζης-ινσουλίνης. Ωστόσο σε έρευνα του 2008 , δεν σχετίσθηκε ο ρυθμός εκκένωσης του στομάχου με την ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης(4). Σε μία έρευνα του 2009 όπου χρησιμοποιήθηκε σαν υποκατάστατο γεύματος(πρωινού και μεσημεριανού) μπάρα δημητριακών με 1,2 β-γλυκάνη δεν υπήρξε καμία επιρροή στην όρεξη(1) πιθανά επειδή η ποσότητα αυτή ήταν σημαντικά λιγότερη σε σχέση με άλλες έρευνες. Η κατανάλωση γευμάτων, όπως δημητριακά με πάνω από 2,2γρ β-γλυκάνης(6), ρόφημα με 5 ή 10 γρ. β-γλυκάνης(2), δεκατιανό σνακ με 5,2% β-γλυκάνης κριθαριού(10) επέφεραν κορεσμό. Επίσης η επίδραση της περιεκτικότητας και του ιξώδους σε ροφήματα β-γλυκάνης αύξησαν τον μεταγευματικό κορεσμό(2). Τέλος σε έρευνα με ποντίκια , υπήρξε μείωση της ενεργειακής πρόσληψης 4 ώρες μετά το γεύμα με β-γλυκάνη σε σχέση με το απλό γεύμα(8).

Ενεργειακή Πρόσληψη: Όταν χρησιμοποιήθηκε σαν υποκατάστατο γεύματος(πρωινού και μεσημεριανού) μπάρα δημητριακών με 1,2 β-γλυκάνη (χαμηλή περιεκτικότητα σε σχέση με τις άλλες) δεν φάνηκε αλλαγή στην ενεργειακή πρόσληψη (1). Η κατανάλωση πρωινού γεύματος με δημητριακά , περιεκτικότητας πάνω από 5γρ β-γλυκάνης , επέφερε μείωση της ενεργειακής πρόσληψης του επόμενου γεύματος κατά 95 θερμίδες(6). Δεκατιανό σνακ , περιεκτικότητας 5,2% β-γλυκάνης κριθαριού, δεν επηρέασε την συνολική ενεργειακή πρόσληψη(10). Τέλος σε ποντίκια η δίαιτα με β-γλυκάνη ,σε σχέση με την απλή δίαιτα, μείωσε την ενεργειακή πρόσληψη 4 ώρες μετά το γεύμα(8).

Γυναικείο φύλο: Ειδικά στο γυναικείο φύλο δεκατιανό σνακ ,περιεκτικότητας 5,2% β-γλυκάνης κριθαριού, συντέλεσε σε μείωση της ενεργειακής πρόσληψης κατά το μεσημεριανό γεύμα ανεξάρτητα από το είδος του (10).Με κατανάλωση από 2,16 έως 5,68γρ β-γλυκάνης, μεταγευματικά φάνηκε αύξηση της ορμόνης χολοκυστοκινίνης. Η χολοκυστοκινίνη αποτελεί ορμόνη με ισχυρή ανορεξιογόνο δράση(6). Σε έρευνα του 2010, διάρκειας 3 μηνών, σε υπέρβαρες γυναίκες, παράλληλα με την υποθερμιδική διατροφή που ακολουθούσαν δόθηκαν διατροφικά σκευάσματα (δημητριακά πρωινού, μπάρες δημητριακών) υψηλής περιεκτικότητας σε β-γλυκάνη βρώμης. Η χρήση τέτοιων σκευασμάτων φάνηκε να μην ενισχύει περισσότερο τα αποτελέσματα της υποθερμιδικής δίαιτας και δεν είχε σημαντικές διαφορές με την υποθερμιδική διατροφή. Ωστόσο μπορεί ατομικά να υπάρχει ωφέλεια από τον εμπλουτισμό μίας υποθερμιδικής διατροφής με β-γλυκάνη, όπως φαίνεται από τις διακυμάνσεις της έρευνας(7).

Δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε β-γλυκάνη και μείωση βάρους; Σε έρευνα του 2011, με ποντίκια , παρατηρήθηκε μείωση του βάρους στην ομάδα με την δίαιτα υψηλής β-γλυκάνης. Επίσης, παρατηρήθηκε αύξηση της ορμόνης PYY₃₋₃₆ στο πλάσμα, που αποτελεί πεπτίδιο με ισχυρή ανορεξιογόνο δράση η οποία ασκείται μέσω ελάττωσης του ορεξιογόνου πεπτιδίου NPY(8).

Συμπεράσματα

Στην ισορροπημένη διατροφή όπου καλύπτονται οι ανάγκες σε θρεπτικά συστατικά, ο έλεγχος του σωματικού βάρους σχετίζεται με την ρύθμιση της ενεργειακής πρόσληψης και της όρεξης. Η κατανάλωση β-γλυκανών, μειώνει την επιθυμία πρόσληψης τροφής. Το αίσθημα κορεσμού που μπορεί να επέλθει μεταγευματικά είναι ανάλογο με την περιεκτικότητα β-γλυκάνης και σύμφωνα με την βιβλιογραφία κορεσμός εμφανίζεται με πάνω από 2γρ β-γλυκάνης. Προϊόντα με διαφορετικές περιεκτικότητες β-γλυκάνης, παρέχουν παρόμοιες ωφέλειες, ωστόσο απαιτείται ανεξάρτητος έλεγχος κάθε προϊόντος (6). Όταν προσλαμβάνονται υψηλές ποσότητες σε β-γλυκάνες μπορεί να ελαττωθεί η ενεργειακή πρόσληψη στο επόμενο γεύμα(6 & 8) ιδιαίτερα στο γυναικείο φύλο(10). Το γυναικείο φύλο λόγω μεγαλύτερης ευαισθησίας στην μεταβολή των ορμονών, ευνοείται μεταγευματικά από την αύξηση ανορεξιογόνων ορμονών.(6) Ωστόσο η χρήση διατροφικών σκευασμάτων σε γυναίκες παράλληλα με μία υποθερμιδική δίαιτα δεν φάνηκε να ενισχύει την απώλεια βάρους περισσότερο(7), ενώ στα ποντίκια υπήρξε μείωση βάρους με δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε β-γλυκάνη(8).

Η βρώμη και το κριθάρι έχουν πολλαπλές ωφέλειες στην υγεία ενώ συντελούν και στην διαχείριση του σωματικού βάρους. Ανεξάρτητα από την ποσότητα β-γλυκάνης που περιέχουν ,που όπως προαναφέραμε μεταβάλλεται από είδος σε είδος, χαρακτηρίζονται τρόφιμα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Ασκούν θετική επιρροή στα επίπεδα της μεταγευματικής γλυκόζης και ινσουλίνης και αποτελούν εξαίρετες επιλογές διατροφής χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Τρόφιμα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη χαρακτηρίζονται αυτά που έχουν από 55 μονάδες και κάτω. Η τιμή γλυκαιμικού δείκτη με τρόφιμο αναφοράς την γλυκόζη είναι 55 μονάδες για την βρώμη και 25 μονάδες για το κριθάρι(13). Τα οφέλη, μίας διατροφής που εμπεριέχει τρόφιμα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, είναι τόσο βραχυπρόθεσμα , όπως η σταθεροποίηση της όρεξης , όσο και μακροπρόθεσμα, όπως η μείωση στο σωματικό βάρος λόγω αύξησης οξείδωσης του λίπους.

Ίσως οι β-γλυκάνες να κρύβουν ακόμη μυστικά στην απώλεια βάρους που δεν έχουν ανακαλυφθεί. Οι επιστήμονες που εμπλέκονται με το ζήτημα της απώλειας βάρους συμφωνούν πως η διατροφική συμπεριφορά εξαρτάται από παράγοντες ψυχολογικούς , κοινωνικούς , περιβαλλοντικούς και βιολογικούς. Οι β-γλυκάνες επηρεάζουν βιολογικούς παράγοντες. Κατά συνέπεια το υγιές άτομο, εάν κατορθώσει να ελαττώσει σε σημαντικό βαθμό την επιρροή των υπόλοιπων παραγόντων, ωφελείται πολλαπλά από μια διατροφή πλούσια σε β-γλυκάνες

 

Πηγή: mednutrition.gr

Share

Be the first to comment on "Οι β-γλυκάνες (beta-glucans) & ο ρόλος τους στη διαχείριση του βάρους"

Leave a comment