Επανεμφανίστηκε η λύσσα στην Ελλάδα

lyssa

lyssaΗ λύσσα είναι ιογενής νόσος, που προσβάλλει το νευρικό σύστημα ανθρώπων και ζώων. Απαντάται σε όλες τις ηπείρους, εκτός της Ανταρκτικής, και αφορά όλα τα θερμόαιμα θηλαστικά, άγρια και κατοικίδια, όπως αλεπούδες, λύκους, σκύλους, γάτες, βοοειδή, άλογα κ.λπ.

Από τα προαναφερθέντα θηλαστικά, οι σκύλοι ευθύνονται για την πλειονότητα των θανάτων από λύσσα σε ανθρώπους, καθώς σε κάποιες χώρες (κυρίως της Αφρικής, Ασίας, Κεντρικής και Νότιας Αμερικής), απαντώνται, ακόμα και σήμερα, επιδημίες λύσσας σε σκύλους.

Η χώρα μας, μετά από την εφαρμογή εντατικού προγράμματος εκρίζωσης της ασθένειας, εθεωρείτο ελεύθερη λύσσας από το 1987. Από τον Οκτώβριο του 2012 όμως, εμφανίστηκαν εκ νέου κρούσματα λύσσας σε ζώα, γεγονός αναμενόμενο επιδημιολογικά, εφόσον προϋπήρχαν κρούσματα στις γειτονικές Βαλκανικές χώρες.

Τα πρώτα κρούσματα αφορούσαν άγρια ζώα στους Νομούς Κοζάνης, Καστοριάς και Κιλκίς, καθώς και ένα ποιμενικό σκύλο στο Νομό Καστοριάς.

Από την εμφάνιση του πρώτου κρούσματος σε ζώο και έως τις 14/3/2014, έχουν εντοπιστεί 45 κρούσματα τόσο σε άγρια όσο και σε λίγα κατοικίδια ζώα (5 σκύλους, 1 γάτα και 2 βοοειδή) στην ευρύτερη περιοχή της Βόρειας και Κεντρικής Ελλάδας, και ειδικότερα στους Νομούς Θεσσαλονίκης, Καστοριάς, Κιλκίς, Κοζάνης, Πέλλας, Σερρών, Τρικάλων και Λάρισας.

Με αφορμή τηνπιθανή επανεμφάνιση κρουσμάτων λύσσας σε ζώα στη χώρα μας, η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής (Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων), άρχισε από τον Απρίλιο του 2012 «Πρόγραμμα Επιζωοτιολογικής Επιτήρησης και Παρακολούθησης της λύσσας» σε άγρια και κατοικίδια θηλαστικά, αρχικά στη Βόρεια Ελλάδα (Παραμεθόριοι και άλλοι Νομοί), και ακολούθως μετά την εμφάνιση των πρώτων περιστατικών σε όλη την επικράτεια.

Παράλληλα το ΚΕΕΛΠΝΟ ασχολείται με την επιτήρηση και καταγραφή των εκτεθέντων ατόμων, σε ζώα ύποπτα για λύσσα, καθώς και της αγωγής που έλαβαν. Από τον Οκτώβριο του 2012 έως το τέλος Μαρτίου του 2014, έχουν καταγραφεί συνολικά 625 χορηγήσεις προφυλακτικής αγωγής σε ανθρώπους, που εκτέθηκαν σε ζώα ύποπτα για μετάδοση λύσσας.

Στις εκθέσεις εμπλέκονται έως τώρα κυρίως σκυλιά και δευτερευόντως γάτες, αλεπούδες και άλλα ζώα.

Πρόληψη και αντιμετώπιση

Επειδή η λύσσα είναι μια νόσος με θνητότητα σχεδόν 100% και δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων, ο μόνος τρόπος προστασίας είναι η πρόληψη, η οποία στοχεύει:

1) Στην αποφυγή της έκθεσης στα δαγκώματα των ζώων και στη δημιουργία φραγμού έναντι των άγριων ζώων,

2) Στην άμεση και σωστή φροντίδα του τραύματος

3) Στην άμεση αναζήτηση ιατρικής βοήθειας, για ενδεχόμενη λήψη προφυλακτικής αγωγής,που συνίσταται στην έγκαιρη χορήγηση 5 δόσεων εμβολίου και ανοσοσφαιρίνης, μετά την έκθεση στη νόσο (δάγκωμα ύποπτου ζώου κ.λπ.).

Στην Ελλάδα κυκλοφορεί από το Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur το εμβόλιο «Vaccine Rabique Pasteur» και διατίθεται από τον ΙΦΕΤ η ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνηέναντι του ιού της λύσσας BerirabP. Η διάθεση των δύο σκευασμάτων γίνεται στις κατά τόπους Διευθύνσεις Δημόσιας Υγείας των Νομαρχιών, στα Κέντρα Υγείας και στα Νοσοκομεία της χώρας, κατόπιν σχετικού αιτήματος προς το Υπουργείο Υγείας.

Τα γενικά μέτρα που πρέπει να ακολουθήσει ο καθένας μας προκειμένου να περιορίσει τον κίνδυνο έκθεσής του στη λύσσα, είναι:

* Ο εμβολιασμός των κατοικιδίων του (σκύλοι, γάτες κ.λπ.), ο περιορισμός τους σε ασφαλή και περιφραγμένο χώρο, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της νύχτας,

* Η αποφυγή της επαφής με άγρια ή αδέσποτα ζώα, καθώς και με εκείνα, που είναι διασταύρωση κατοικιδίων με άγρια ζώα,

* Η εκπαίδευση των παιδιών ώστε να μην προσεγγίζουν ποτέ ζώα που δεν γνωρίζουν, ακόμη και εάν φαίνονται φιλικά,

* Η αποφυγή επαφής με νεκρά ζώα

* Η απομάκρυνση των άγριων ζώων από κατοικίες και εργασιακούς χώρους

* Η απομάκρυνση από τον κήπο τροφής και νερού καθώς και απορριμμάτων που προσελκύουν άγρια ζώα

* Η λήψη μέτρων ώστε να μην εισχωρούν μέσα στο σπίτι νυχτερίδες (σήτες κ.λπ.)

* Η έγκαιρη ενημέρωση της οικείας Κτηνιατρικής Υπηρεσίας, αν συναντήσει κάποιος άρρωστο, νεκρό ή τραυματισμένο από επίθεση αδέσποτο ζώο ή ζώο με επιθετική συμπεριφορά.

* Συνιστάται ακόμα η τακτική ενημέρωση από την αρμόδια Διεύθυνση Κτηνιατρικής για ενδεχόμενα πρόσφατα κρούσματα λύσσας σε ζώα στην περιοχή όπου διαμένουμε όλοι.

Αν σας δαγκώσει ύποπτο ζώο

Αν όμως παρά τα ανωτέρω γενικά μέτρα, κάποιο ζώο ύποπτο για λύσσα δαγκώσει ένα άνθρωπο σε περιοχή, που κατά τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες είναι «υψηλού κινδύνου για λύσσα», θα πρέπει:

1) Να πλύνει άμεσα το τραύμα στο σημείο του συμβάντος με άφθονο νερό και σαπούνι για τουλάχιστον 5 λεπτά και ακολούθως να το απολυμάνει με αλκοολούχο ή ιωδιούχο αντισηπτικό

2) Να προσπαθήσει να συγκρατήσει στη μνήμη του την εικόνα του ζώου και το σημείο που κατευθύνθηκε

3) Να επικοινωνήσει με τον ιδιοκτήτη του ζώου (εάν αυτό είναι δεσποζόμενο), και να ανταλλάξει στοιχεία επικοινωνίας

4) Να επικοινωνήσει το συντομότερο δυνατόν με την Κτηνιατρική Υπηρεσία του Νομού τουσχετικά με: Τόπο, χρόνο συμβάντος, εικόνα και κατεύθυνση του ζώου και ιδιοκτήτη

5) Να ζητήσει άμεσα βοήθεια από έμπειρο ιατρικό προσωπικό.

Ομάδες υψηλού κινδύνου

Τέλος, εκτός από τα παραπάνω μέτρα, αξίζει να αναφερθεί η αναγκαιότητα διενέργειας προληπτικού εμβολιασμού με 3 δόσεις αντιλυσσικού εμβολίου (πριν την έκθεση) σε ομάδες υψηλού κινδύνου.

Ως ομάδες υψηλού κινδύνου θεωρούνται γενικά άτομα, που λόγω επαγγέλματος ή άλλης ασχολίας έρχονται σε επαφή με ζώα, όπως: κτηνίατροι, θηροφύλακες, εργαστηριακοί που ασχολούνται με λύσσα, κυνηγοί, σπηλαιολόγοι, εργαζόμενοι σε σφαγεία, ταξιδιώτες σε περιοχές με λύσσα, όταν η πρόσβαση σε αντιλυσσικά εμβόλια και ανοσοσφαιρίνη είναι δυσχερής, και γενικά άτομα που έχουν στενή επαφή με άγρια ή αδέσποτα ζώα.

Info

Περαιτέρω πληροφόρηση για τη λύσσα παρέχεται από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων στην ιστοσελίδα www.keelpno.gr. Το κοινό μπορεί να απευθύνεται επίσης στο τηλ. κέντρο του ΚΕΕΛΠΝΟ: 210-5212000, στο Κέντρο Επιχειρήσεων ΚΕΕΛΠΝΟ (210-5212054) και στο email: kepix@keelpno.gr

Τρόπος μετάδοσης και συμπτώματα

Ο ιός της λύσσας υπάρχει στο σάλιο του μολυσμένου ζώου και μεταδίδεται στον άνθρωπο κυρίως μέσω δήγματος (δαγκώματος) του ζώου. Σπανιότερα, η μετάδοση του ιού συμβαίνει μέσω επαφής του σάλιου του ζώου με δέρμα που έχει τραύμα, γρατζουνιά, κόψιμο ή γδάρσιμο, ή με τους βλεννογόνους (μάτια, μύτη, στόμα). Ο ιός ταξιδεύει στη συνέχεια στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα του ανθρώπου και προκαλεί εγκεφαλίτιδα.

Ο χρόνος επώασης είναι συνήθως 1 έως 3 μήνες, αλλά σπανιότερα μπορεί να είναι από 1 εβδομάδα έως και περισσότερο από 1 έτος.

Τα συμπτώματα στην αρχή δεν είναι χαρακτηριστικά της λύσσας. Είναι συνήθως πυρετός, πονοκέφαλος, γενικευμένη αδιαθεσία, αδυναμία και πόνος ή ανεξήγητο αίσθημα μουδιάσματος, τρυπήματος ή τσιμπήματος (παραισθησία) στο σημείο του τραύματος. Στη συνέχεια, η πλειονότητα (70%) των ασθενών θα εμφανίσει τη μανιακή μορφή της λύσσας με υπερδιέγερση, ευέξαπτη συμπεριφορά, υδροφοβία, αεροφοβία, ψευδαισθήσεις, σιελόρροια και δυσκαταποσία.

Το υπόλοιπο 30% θα εμφανίσει την παραλυτική μορφή, με προοδευτική παράλυση μυών. Από τη στιγμή δε, που θα εμφανιστούν τα συμπτώματα, οι περισσότεροι ασθενείς καταλήγουν εντός 7-14 ημερών.

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό έκθεσης σε ζώο ύποπτο για λύσσα, στην κλινική εικόνα και την εργαστηριακή διάγνωση, που απαιτεί εξειδικευμένο εργαστήριο.

 

Tanea.gr

 

Share

Be the first to comment on "Επανεμφανίστηκε η λύσσα στην Ελλάδα"

Leave a comment