Εγκρίθηκε το selexipag στη θεραπεία της Πνευμονικής Αρτηριακής Υπέρτασης

selexipag

Ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ενέκρινε την από στόματος χρήση του εκλεκτικού αγωνιστή του υποδοχέα IP προστακυκλίνης selexipag, για τη θεραπεία της Πνευμονικής Αρτηριακής Υπέρτασης (ΠΑΥ) για να καθυστερήσει την εξέλιξη της νόσου και να μειώσει τον κίνδυνο για νοσηλεία που σχετίζεται μ’ αυτήν.

Η έγκριση του selexipag βασίστηκε μερικώς σε δεδομένα από την παγκόσμια μακροχρόνια μελέτη GRIPHON, φάσης lll, που πραγματοποιήθηκε σε 1.156 ασθενείς, οι οποίοι ήταν σε θεραπεία για 4.2 έτη. H μελέτη GRIPHON, στην οποία περισσότεροι από 80% των ασθενών που συμμετείχαν λάμβαναν ήδη θεραπείες ειδικές με την ΠΑΥ, έδειξε πως ο κίνδυνος του πρωταρχικού σύνθετου καταληκτικού σημείου μειώθηκε κατά 40% (p<0.0001) με το selexipag σε σχέση με το εικονικό φάρμακο.

Το όφελος του selexipag ήταν σταθερό σε προκαθορισμένες υποομάδες ασθενών όπως αιτιολογία ΠΑΥ, λειτουργικό στάδιο και βασικής θεραπείας για την ΠΑΥ, συμπεριλαμβανομένων ασθενών που ήδη λάμβαναν συνδυαστική αγωγή με ΕRA και αναστολέα PDE-5.

Η τιτλοποίηση του selexipag, σε εξατομικευμένη δόση συντήρησης βάσει της ανοχής, ήταν αποτελεσματική στο να επιτύχει μακροπρόθεσμα οφέλη στο δοκιμασμένο εύρος δόσης. Η πρώτη δοσολογία στη GRIPHON ήταν 200 μικρογραμμάρια (mcg) δις ημερησίως (b.i.d) και αυξήθηκε σταδιακά κατά 200 mcg έως και τα 1600 mcg δις ημερησίως. Έπειτα από την τιτλοποίηση της δοσολογίας στην υψηλότερη ανεκτή δόση, το όφελος ήταν σταθερό στις προκαθορισμένες χαμηλές – (200, 400 mcg δύο φορές ημερησίως) μέτριες- (600,800,1000 mcg δύο φορές ημερησίως) και υψηλές δοσολογικές ομάδες (1200, 1400, 1600 mcg δύο φορές ημερησίως).

Συγκεκριμένα, η GRIPHON, (Prostacyclin (PGI2) Receptor agonist In Pulmonary arterial HypertensiON) ήταν μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που αξιολόγησε τη μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του από του στόματος χορηγούμενου selexipag σε ασθενείς με Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση.

Η μελέτη GRIPHON ήταν η μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη μελέτη έκβασεων που πραγματοποιήθηκε ποτέ σε πληθυσμό με ΠΑΥ, εισάγοντας 1.156 ασθενείς σε 181 κέντρα από 39 χώρες της Βόρειας και Λατινικής Αμερικής, της Ευρώπης και της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού.

Οι ασθενείς λάμβαναν δύο φορές ημερησίως selexipag ή εικονικό φάρμακο, ενώ μπορούσαν να λαμβάνουν παράλληλα υποκείμενη θεραπεία με ανταγωνιστή των υποδοχέων της ενδοθηλίνης (ERA) ή/και αναστολέα της φωσφοδιεστεράσης 5 (PDE-5), εφόσον λάμβαναν σταθερή δόση τους τελευταίους 3 μήνες πριν την ένταξή τους στη μελέτη. Κατά την έναρξη της μελέτης, το 80% των ασθενών λάμβαναν από του στόματος φαρμακευτική αγωγή, ειδική για την ΠΑΥ: είτε ERA, είτε αναστολέα PDE-5, ή συνδυασμό και των δύο.

Αυτή η οδηγούμενη από συμβάντα μελέτη ορόσημο σχεδιάστηκε για να αποδείξει την παράταση στο χρόνο εμφάνισης του πρώτου συμβάντος νοσηρότητας/θνητότητας με το selexipag συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο και για να αξιολογήσει την ασφάλεια του selexipag στους ασθενείς με ΠΑΥ. Όλα τα συμβάντα νοσηρότητας και θνητότητας που αναφέρθηκαν από τους ερευνητές αξιολογήθηκαν από μια ανεξάρτητη Επιτροπή Αξιολόγησης Συμβάντων, η οποία δεν είχε καμία πρόσβαση στα δεδομένα θεραπείας της μελέτης.

Συνολικά, 41 ασθενείς (7.1%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και 82 (14.3%) στην ομάδα του selexipag διέκοψαν πρόωρα τη θεραπεία λόγω κάποιας ανεπιθύμητης ενέργειας. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή θεραπείας στην ομάδα του selexipag (>1% διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων, selexipag και εικονικού φαρμάκου) ήταν η κεφαλαλγία (3.3%), η διάρροια (2.3%), και η ναυτία (1.7%). Υπερθυρεοειδισμός παρατηρήθηκε σε 8 ασθενείς που λάμβαναν selexipag και οδήγησε σε διακοπή σε έναν ασθενή. Δεν αναφέρθηκαν Σοβαρές Ανεπιθύμητες Ενέργειες πιο συχνά στην ομάδα του selexipag (>1% διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων, selexipag και εικονικού φαρμάκου). Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την προστακυκλίνη ήταν πιο συχνές κατά τη διάρκεια της φάσης τιτλοποίησης, όπου χρησιμοποιήθηκαν για να καθοριστεί η υψηλότερη εξατομικευμένη δόση.

Η οδός της προστακυκλίνης είναι μια από τις 3 καλύτερα μελετημένες οδούς που εμπλέκονται στην παθοφυσιολογία και θεραπεία της ΠΑΥ. Η προστακυκλίνη είναι ένα προστανοειδές και χρησιμεύει ως μόριο σηματοδότησης στο ανθρώπινο σώμα. Παράγεται, όπως και άλλες αγγειοδραστικές ουσίες, από τα ενδοθηλιακά κύτταρα. Η προστακυκλίνη προκαλεί αγγειοδιαστολή, έχει αντι-πολλαπλασιαστική δράση, ασκεί αντιφλεγμονώδη επίδραση και αναστέλλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων. Σε ορισμένες παθήσεις, η παραγωγή της προστακυκλίνης από το ενδοθήλιο είναι ανεπαρκής, επιτρέποντας, για παράδειγμα, να υπερισχύσουν οι επιβλαβείς επιδράσεις των αυξημένων επιπέδων ενδοθηλίνης ή θρομβοξάνης.

Η Βαλερι Μακ Λαουγκχλιν MD, Διευθύντρια του Προγράμματος για την ΠΑΥ στο τμήμα Καρδιαγγειακής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν στις ΗΠΑ εξηγεί ότι «η οδός της προστακυκλίνης έχει αναγνωριστεί εδώ και πολύ καιρό ως ένας βασικός στόχος για τη θεραπεία της ΠΑΥ. Ωστόσο, μέχρι τώρα, δεν είχε αξιοποιηθεί πλήρως. Αυτό οφείλεται μερικώς στα σημαντικά εμπόδια που θέτουν οι υπάρχουσες θεραπείες με προστανοειδή στους ασθενείς και στο οικείο περιβάλλον αυτών. Η έγκριση του selexipag με τα αξιόπιστα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα σημαίνει ότι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να επωφεληθούν από αυτή την οδό και να λάβουν θεραπευτική αγωγή πολύ νωρίτερα κατά τη πορεία εξέλιξης της νόσου».

Η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ) είναι μια χρόνια, απειλητική για τη ζωή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αυξημένη πίεση στις αρτηρίες ανάμεσα στην καρδιά και τους πνεύμονες του πάσχοντα. Τα συμπτώματα της ΠΑΥ δεν είναι συγκεκριμένα και μπορεί να ποικίλουν από ήπια δυσκολία στην αναπνοή και κόπωση κατά τις καθημερινές δραστηριότητες, έως συμπτώματα δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας και σοβαρό περιορισμό στη δυνατότητα άσκησης, και εν τέλει μειωμένο προσδόκιμο ζωής.

Η ΠΑΥ είναι μία ομάδα στην ταξινόμηση της πνευμονικής υπέρτασης (ΠΥ). Αυτή η ομάδα περιλαμβάνει την ιδιοπαθή ΠΑΥ, κληρονομική ΠΑΥ και ΠΑΥ που προκαλείται από παράγοντες που περιλαμβάνουν νοσήματα του συνδετικού ιστού, λοίμωξη HIV και συγγενή καρδιοπάθεια.
Τη τελευταία δεκαετία έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην κατανόηση της παθοφυσιολογίας της ΠΑΥ, παράλληλα με την ανάπτυξη θεραπευτικών οδηγιών και νέων θεραπειών. Τα φάρμακα που στοχεύουν απευθείας στην παθογένεια της ΠΑΥ είναι οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της ενδοθηλίνης (ERAs), τα ανάλογα προστακυκλίνης και οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5. Οι θεραπείες της ΠΑΥ έχουν αλλάξει την πρόγνωση για τους ασθενείς με ΠΑΥ, από βελτίωση των συμπτωμάτων στην ανοχή της άσκησης πριν από 10 χρόνια, σε καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου σήμερα. Οι περισσότερες γνώσεις για τη νόσο και οι κατευθυντήριες οδηγίες που βασίζονται σε δεδομένα τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων κλινικών δοκιμών έχουν τονίσει την ανάγκη για έγκαιρη παρέμβαση, στοχευμένη αγωγή και θεραπεία συνδυασμού.

In.gr

Share

Be the first to comment on "Εγκρίθηκε το selexipag στη θεραπεία της Πνευμονικής Αρτηριακής Υπέρτασης"

Leave a comment